ΟΙ ΜΥΘΟΙ - Η ΠΡΙΑΝΣΟΣ - Η ΘΕΑ ΕΙΛΕΙΘΥΙΑ
ΤΟ ΣΠΕΟΣ ΤΗΣ ΕΙΛΕΙΘΥΙΑΣ - ΤΟ ΑΛΙΟΡΙ - ΤΟ ΛΑΡΙΝΑΚΙ - ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑΠΗΧΟΙ - Η ΔΡΑΚΟΣΠΗΛΙΑ
ΤΟ ΟΝΟΜΑ


Ιστορία

Στο υπέδαφος της γραφικής παραλίας και στην ευρύτερη περιοχή του οικισμού βρίσκονταν άλλοτε χτισμένη η αρχαία ισχυρή και πολιτεία Ίνατος, τόπος λατρείας της θεάς των τοκετών και σημαντικό επίνειο της αρχαίας Πριανσού και της νότιας Κρήτης γενικότερα. Με βάση τις πληροφορίες των πινακίδων της γραμμικής Β΄ γραφής η πόλη κατά την Υστερομινωική περίοδο υπαγόταν στην κυριαρχία της Κνωσού. Σύμφωνα μάλιστα με την πολιτική διάρθρωση της εποχής ο Αχαιός πρίγκιπας που κυβερνούσε την Κνωσό πιθανότατα να ήταν και ο αρχιερέας στο λατρευτικό σπήλαιο, αφού η πολιτική, διοικητική, οικονομική και θρησκευτική εξουσία της Κνωσού ελέγχει την περιοχή.

Στα ιστορικά χρόνια όπως πληροφορούμαστε από τους μεταγενέστερους ιστορικούς της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου η Ίνατος ήταν το επίσημο λιμάνι της Πριανσού, της μεγάλης αυτόνομης πολιτείας των ιστορικών χρόνων που δέσποζε στη νοτιοανατολική πεδιάδα της Μεσαράς, από το οποίο διεξάγονταν το εμπόριο με τις περιοχές της Παλαιστίνης, της Συρίας, της Αιγύπτου και της βόρειας Αφρικής. Την εποχή αυτή θα χτίστηκε και ο μεγάλος ναός της Ειλείθυιας, πιθανά όταν θα επαναλειτούργησε ως λατρευτικός τόπος το σπήλαιο της μινωικής θεάς και ασφαλώς θα είδε και τα ερείπιά του μαζί με τα ερείπια των άλλων χριστιανικών ναών, ο καθολικός ταξιδευτής. καλόγερος Buontelmonti του 15ου μεταχριστιανικού αιώνα που επισκέφτηκε το φημισμένο ορμίσκο.

Στα πρώτα βυζαντινά χρόνια ο όρμος φαίνεται ότι φιλοξενούσε μεγάλες εγκαταστάσεις κατοίκων όπως μαρτυρούν οι μεγάλες πλινθόκτιστες εκκλησίες του που μας πληροφορεί ο Chr. Buontelmonti. Μια άλλη πληροφορία που μας έρχεται είναι ότι στο στον όρμο εδώ που ήταν εύκολα προσπελάσιμος και μάλλον αφύλακτος από τους βυζαντινούς αποβιβάστηκαν οι Σαρακηνοί κατά το 828 (μεσοβυζαντινή περίοδος) και αφού εγκαταστάθηκαν εδώ εξόρμησαν και κατέλαβαν ολόκληρη την Κρήτη. Όταν εγκαταστάθηκαν, οχύρωσαν και εδραίωσαν την κατάκτηση του Χάνδακα εγκατέλειψαν οριστικά τον όρμο ο οποίος ερήμωσε και δεν ξανακατοικήθηκε μάλλον από το φόβο των πειρατών οι οποίοι λυμαίνονταν τις ήδη αφύλακτες από το αδύναμο βυζαντινό ναυτικό νότιες θάλασσες.

Τα διάφορα ευρήματα που κατά καιρούς προσφέρουν τα σπλάχνα του βουνού, οι σπηλιές, οι σκίστρες και διάφορα σεσημασμένα σημεία, φανερώνουν την πυκνή κατοίκηση ακόμη και του ευρύτερου χώρου στα πρωτοχριστιανικά και προχριστιανικά χρόνια.

  • Από τις ανασκαφές στο Μίντρη
  • Μίντρης - Αρχαίος τοίχος
  • Από τις ανασκαφές στο Μίντρη
  • Από τις ανασκαφές στο Μίντρη


    Αργότερα, όταν η προστατευτική πολιτική της βυζαντινής αυτοκρατορία δεν έφτανε μέχρι τα νότια παράλια της Κρήτης, καθώς και η έντονη φημολογία για τη χρήση του όρμου από τους πειρατές κατά μετέπειτα χρόνια φαίνεται ότι δεν επέτρεψαν την κατοίκηση του όρμου. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και κατά τη Βενετοκρατία και Οθωμανοκρατία και μόνο όταν η περιστάσεις το επέτρεψαν ο χώρος άρχισε να ξαναχρησιμοποιείται από ψαράδες αρχικά και στη συνέχεια από κατοίκους της ενδοχώρας οι οποίοι έρχονταν εδώ περιοδικά για την εποχιακή εκμετάλλευση των χωραφιών.

    Πριν από τον πόλεμο ο όρμος του Τσουτσούρου χρησιμοποιήθηκε ως εμπορικός σταθμός για την εξαγωγή των προϊόντων της ελιάς, λαδιού και κυρίως πυρήνας που έβγαζαν οι φάμπρικες στη πεδιάδα Μεσαράς. Χρησιμοποιούσαν τα διάφορα ερείπια για να αποθηκεύουν τα προϊόντα αυτά και τα διοχέτευαν στην Αίγυπτο κυρίως μαζί με άλλα εξαγώγιμα που ενδιέφεραν το εμπόριο. Κάποιος έμπορος Παπαϊωάννου ήταν αυτός που φόρτωνε καΐκια ολόκληρα από ελαιοπυρήνα και χαρούπια και τα έστελνε στο εξωτερικό, σύμφωνα με τη μαρτυρία των κατοίκων. Λίγο αργότερα και πάντα προπολεμικά την ίδια δουλειά έκανε και ο πατέρας του Μανόλη Κεφαλάκη.

    Για πρώτη φορά το χωριό Τσούτσουρος αναγράφεται στην απογραφή του 1940. Ανήκει τότε στην επαρχία Μονοφατσίου και στην Κοινότητα Καστελλιανών. Στην επίσημη απογραφή καταγράφονται τότε οχτώ μόνιμοι κάτοικοι. Σύμφωνα με τις προσωπικές μαρτυρίες των. κ. Κώστα Σωτηράκη (Βλάμη), Νίκου Σωμαράκη και του κ. Τρεβλάκη το 1938 κατοικούσαν τον περισσότερο χρόνο στο χωριό, αλλά όχι πάντα μόνιμα τέσσερις οικογένειες που καλλιεργούσαν τα γύρω χωράφια και μόνο ο πατέρας του ίδιου ήταν ψαράς που διέθετε και ψαροκάικο. Αυτό το καίκι με το οποίο κουβαλούσε στρατιώτες των συμμάχων και Έλληνες επικηρυγμένους στη Μέση Ανατολή, η παλικαρίσια δράση του καπετάν Πολυχρόνη Σωτηράκη και η προδοσία κάποιου Χανιώτη ήταν η αιτία να εκτελεστεί μαζί με άλλους δυο χωριανούς (τον αδελφό του "βουλευτή" Πετράκη Γεωργίου, τον Πετράκη Χαράλαμπο ή "Φλυτζανοχαλαράμπη", όπως τον παρανόμιαζαν και τον Κεφαλάκη Γιάννη) στο στρατόπεδο της Αγιάς.

    Η μεγάλη σύγχρονη προσφορά του χωριού αναγνωρίζεται από όλους κατά την εποχή της γερμανικής και ιταλικής κατοχής. Ο όρμος του Τσουτσούρου προσφερόταν για την επικοινωνία με τη Μέση Ανατολή και εξασφάλιζε με την ύπαρξη πολλών ασφαλών ορμίσκων την προσέγγιση για επιβίβαση και αποβίβαση των σκαφών που κινούνταν είτε για την ασφαλή μεταφορά των συμμαχικών στρατευμάτων που δεν είχαν προλάβει να αναχωρήσουν με το συμμαχικό στόλο, είτε των Ελλήνων αγωνιστών της εθνικής Αντίστασης που έπρεπε να αναχωρήσουν για να ξεφύγουν από το ανελέητο κυνήγι των κατακτητών.

    Η στρατηγική θέση του τόπου ήταν προφανής, αλλά και εμφανέστατη η αναγκαιότητα φύλαξής του για τους Ιταλούς οι οποίοι μόλις έφτασαν στο χωριό (στις αρχές του Ιουνίου 1941) έκαναν κατοχή στα λίγα σπίτια γύρω από την εκκλησία του χωριού και οργάνωσαν φυλάκιο. Οι κάτοικοι περνούσαν ήσυχα με τους Ιταλούς παρότι ήταν κατακτητές και εργάζονταν για την αντίσταση κάτω από την μύτη (ή την ανοχή;) τους Ο έλεγχος όμως που ασκούσαν οι Ιταλοί δεν ικανοποιούσε τους Γερμανούς οι οποίοι εκτόπισαν τους συμμάχους τους και ανέλαβαν οι ίδιοι αυτό το έργο. Ο ερχομός τους σημαδεύτηκε από πυρπόληση του χωριού και από συλλήψεις και εκτελέσεις των χωριανών που οδηγήθηκαν σιδηροδέσμιοι στο στρατόπεδο της Αγιάς στα Χανιά. Τους περισσότερους από αυτούς τους εκτέλεσαν και μόνο λίγοι επέστρεψαν στο χωριό που τελούσε σε απομόνωση και απαγόρευση της κυκλοφορίας, ακόμη και των βοσκών εκτός κι αν εφοδιάζονταν από ειδική άδεια από το γερμανικό φυλάκιο. Μετά την εκτέλεση του καπετάν Πολυχρόνη Σωτηράκη φαίνεται ότι το έργο του το ανέλαβε ο Ιεραπετρίτης καπετάνιος Μιχαλαργιάς (καπετάν Μιχάλης Ρουμπάκης που από τους όρμους του Τσουτσούρου φυγάδευε με το καΐκι του τους κυνηγημένους Έλληνες και συμμάχους. Παρόλα αυτά οι κάτοικοι του χωριού δεν πτοήθηκαν. Συνέχισαν χωρίς ενδοιασμούς τη δράση τους, προσφέροντας ό,τι μπορούσαν στον κοινό για τη λευτεριά αγώνα.

    Είναι γνωστό ότι συχνά προσέγγιζε στον όρμο Μαριδάκι συμμαχικό υποβρύχιο και αποβίβαζε όπλα, πυρομαχικά και συμμαχικούς πράκτορες για την εκτέλεση δολιοφθορών στους Γερμανούς. Στον όρμο Τσουτσούρου αποβιβάστηκαν οι δολιοφθορείς του αεροδρομίου Καστελίου Πεδιάδος.

    Οι κρύπτες των βουνών, το δύσβατο και δυσχερές του εδάφους, η συνείδηση και η πίστη των κατοίκων για ελευθερία έκαναν το χωριό ένα από τα σημαντικότερα σημεία τροφοδότησης του εθνικού αγώνα. Μορφές όπως οι Μπαντουβάδες, οι Αγγελιδάκηδες, ο Ραπτόπουλος, ο Ποδιάς ο Μπουτζαλής και πολλοί άλλοι έστησαν τα λημέρια τους στην περιοχή του Τσούτσουρα κι από εδώ ασφαλείς σχεδίαζαν και εξορμούσαν για τις επιχειρήσεις τους.

    Οι κάτοικοι ετοιμοπόλεμοι πάντα με τα μικρά τους καίκια όργωναν τη λιβυκή θάλασσα μεταφέροντας με κίνδυνο της ζωής τους τούς συμμάχους, στην Αίγυπτο, τρόφιμα και πολεμοφόδια στους αντάρτες και νέα από τα άλλα μέτωπα του πολέμου, τονώνοντας το ηθικό των σκλαβωμένων Κρητικών.



  • Αρχή Σελίδας



    HOME